ὑδροσεληνίτης


ὑδροσεληνίτης
ὑδρο-σεληνίτης, , Wasserselenit, ein Stein, der, wie der Opal, im Wasser durchsichtig ward und einen Halbmond zeigte

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • υδροσεληνίτης — ὁ, ΜΑ είδος τού πολύτιμου λίθου σεληνίτη. [ΕΤΥΜΟΛ. < υδρ(ο) * + σεληνίτης] …   Dictionary of Greek

  • ὑδροσεληνίτην — ὑδροσεληνί̱την , ὑδροσεληνίτης selenite masc acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.